Τσέχος

Τσέχος
ο, θηλ. Τσέχα, Ν
1. ο κάτοικος τής Τσεχίας ή αυτός που κατάγεται από την Τσεχία
2. φρ. «Τσέχοι Αδελφοί» — οι οπαδοί τών τριών κλάδων τού ακραίου προτεσταντισμού που προήλθαν από την τσεχική μεταρρύθμιση τού 15ου αιώνα στη Βοημία και έχουν ως βασικό γνώρισμα το ότι θεωρούν πνευματικό πρόγονο τους τον Βοημό θρησκευτικό επαναστάτη Ίαν Χους, αλλ. Μοραβοί Αδελφοί ή Βοημοί Αδελφοί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Σουράνι, Μικλός — Τσέχος διηγηματογράφος και κωμωδιογράφος (Φελσομιντζέντ 1882 Βουδαπέστη 1936). Τελειώνοντας τις νομικές του σπουδές εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Βουδαπέστη και από το 1908 έως το 1918 ήταν αρχειοφύλακας της πόλης Μαραμάρος. Το 1918 ξαναγύρισε… …   Dictionary of Greek

  • Σράμεκ, Φράνα — Τσέχος συγγραφέας και ποιητής (Σόμποτκα, Βοημία 1777 Πράγα 1952). Αναρχικός, κατά το τέλος του A’ Παγκόσμιου πόλεμου, το 1918 εγκατέλειψε την πολιτική για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη λογοτεχνία. Συγγραφέας εμπρεσιονιστής ύμνησε τον έρωτα και… …   Dictionary of Greek

  • Τσεχία — Συνορεύει στα βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία, στα νότια με τη Αυστρία και στα νοτιοανατολικά με τη Σλοβακία.Όταν διασπάστηκε η Τσεχοσλοβακία, στη Δημοκρατία της Τσεχίας παρέμειναν το ιστορικό βασίλειο της Βοημίας, η Μοραβία και τμήμα της… …   Dictionary of Greek

  • Ζάτοπεκ, Εμίλ — (Emil Zatopek, Κοπρίβνιτσε 1922 – Πράγα 2000). Τσέχος δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Ένας από τους κορυφαίους αθλητές αγώνων αντοχής και ημιαντοχής, έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Ο άνθρωπος ατμομηχανή. Κέρδισε στην καριέρα του συνολικά 4… …   Dictionary of Greek

  • Ζελέζνι, Γιαν — (Jan Zelezny, Μλάντα Μπολέσλαβ 1966 –). Τσέχος ακοντιστής. Κέρδισε τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια και ένα αργυρό, καθώς και τρία χρυσά μετάλλια και ένα χάλκινο σε παγκόσμια πρωταθλήματα. Στους Ολυμπιακούς αγώνες της Σεούλ, το 1988, εμφανίστηκε ως… …   Dictionary of Greek

  • Κάφκα, Φραντς — (FrantzKαfka, Πράγα 1883 – Κίρλινγκ, Βιέννη 1924). Τσέχος γερμανόφωνος συγγραφέας, εβραϊκής καταγωγής. Μέλος της γερμανόφωνης εβραϊκής μειονότητας της Πράγας, γιος εύπορου εμπόρου, o K. ένιωσε τη βαθιά απομόνωση που δημιουργούσαν αυτές οι… …   Dictionary of Greek

  • Σλοβακία — Η Σλοβακία βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, στα ανατολικά της Τσεχίας. Συνορεύει με την Πολωνία στα Β, με την Ουκρανία στα Α, με την Ουγγαρία στα Ν και με την Αυστρία στα Δ.Μέχρι το 1993 η Σλοβακία αποτελούσε με την Τσεχία το ενιαίο κράτος της… …   Dictionary of Greek

  • Τσάπεκ, Κάρελ — (Capec, Μάλε Σβατονοβίτσε 1890 – Πράγα 1938). Τσέχος συγγραφέας. Στην αρχή έγραφε λογοτεχνικά έργα μαζί με τον αδελφό του Γιόσεφ και στη συνέχεια επιβλήθηκε με μια σειρά πρωτότυπα μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα. Την προσωπικότητά του… …   Dictionary of Greek

  • δακτυλοσκοπία — Τεχνική με την οποία διαπιστώνεται η ταυτότητα ενός προσώπου και βασίζεται στη λήψη, στην παρατήρηση και στην ταξινόμηση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του. Είναι γνωστό ότι στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών, το δέρμα της εσωτερικής επιφάνειας… …   Dictionary of Greek

  • πανσλαβισμός — Πολιτική και πολιτιστική κίνηση, της οποίας η ιδεολογική αφετηρία πρέπει να αναζητηθεί στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα. Ο όρος π. δεν είναι σλαβικός (προτάθηκε από τον Χέρκελ το 1826) και το περιεχόμενο του δεν είναι πάντοτε σαφές. Η θεωρία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”